εύνομος

I
Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Αρχιτέλη, υπηρετούσε στο τραπέζι του Οινέα, όταν εκεί ήταν φιλοξενούμενος ο Ηρακλής. Επειδή έχυσε από απροσεξία του το νερό στα χέρια του ήρωα, ο Ηρακλής τον σκότωσε με ένα ράπισμα.
II
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Βασιλιάς της Σπάρτης (10ος-9ος αι. π.Χ.). Κατά τον Ηρόδοτο, ήταν αδελφός του νομοθέτη Λυκούργου, ενώ κατά τον Πλάτωνα ήταν πατέρας του Πολυδέκτη και του Λυκούργου.
2. Αθηναίος στρατηγός (4ος αι. π.Χ.). Ηττήθηκε το 388 π.Χ. στην Αίγινα από τον Σπαρτιάτη Γοργώπα.
* * *
(I)
-η, -ο (Α εὔνομος, -ον) αυτός που κυβερνάται με καλούς, δίκαιους νόμους («τάνδ' ἐς εὔνομον πόλιν», Πίνδ.)
αρχ.
1. (για πράγματα ή ενέργειες) αυτός που γίνεται δίκαια, νόμιμα («ἐκάλεσε πατὴρ τὸν εὐνομώτατον ἐς ἔρανον φίλαν τε Σίπυλον», Πίνδ.)
2. φρ. «μοῑρα εὔνομος» — ευνομία, (Πίνδ.)
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -νομος (< νέμω), πρβλ. έν-νομος, παρά-νομος].
————————
(II)
εὔνομος, -ον (Α)
(για τόπους) αυτός που έχει καλή βοσκή, που είναι κατάλληλος για βοσκή («εὔνομα ἄλση», Πολυδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -νομος (< νέμω «βόσκω»), πρβλ. αγρο-νόμος, βου-νόμος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὔνομος — under good laws masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔνομος — under good laws masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομωτάτων — εὔνομος under good laws fem gen superl pl εὔνομος under good laws masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομωτέραις — εὔνομος under good laws fem dat comp pl εὐνομωτέρᾱͅς , εὔνομος under good laws fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομώτατα — εὔνομος under good laws adverbial superl εὔνομος under good laws neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομώτατον — εὔνομος under good laws masc acc superl sg εὔνομος under good laws neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνόμως — εὔνομος under good laws adverbial εὔνομος under good laws masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔνομον — εὔνομος under good laws masc/fem acc sg εὔνομος under good laws neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομωτάταις — εὔνομος under good laws fem dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομωτάτη — εὔνομος under good laws fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.